Banishers: Ghosts of New Eden | Review

128

Ένα από τα πιο δραστήρια Studios της βιομηχανίας, σίγουρα μπορεί να θεωρηθεί η Don’t Nod, η οποία συστήθηκε ευρέως στο κοινό, μέσω του εκπληκτικού Life is Strange, ένα παιχνίδι το οποίο, επενδύει στο Storytelling αλλά και στις συνέπειες που διέπουν τους χαρακτήρες, ανάλογα τις αποφάσεις που θα πάρουμε εμείς.

Μάστορες στο είδος, θα έλεγα, παρέα με άλλα ιερά τέρατα του είδους, όπως η Supermassive Games και η Quantic Dream, το Γαλλικό studio, αποφασίζει να κάνει το επόμενο βήμα. Ένα βήμα, το οποίο δείχνει πόσο ικανή είναι αυτή η ομάδα, να δημιουργεί πάντα ξεχωριστές εμπειρίες. Αυτή την φορά, αλλάζει τελείως μονοπάτια, όσον αφορά το gameplay και το είδος, αλλά παραμένει πιστή σε αυτό που ξέρει να κάνει, το storytelling και τις συνέπειες που μπορεί να έρθουν από τις επιλογές μας.

Ο λόγος λοιπόν για το Banishers: Ghost of New Eden, ένα παιχνίδι το οποίο φρόντισε να φέρει στο κοινό η Focus Entertainment. Πρόκειται για έναν action RPG τίτλο, ο οποίος έρχεται να διαφοροποιηθεί κατά πολύ, από αυτά που έχουμε δει μέχρι τώρα από την Don’t Nod.

Βαθιά οικείο και κατά στιγμές προβληματικό, το Banishers: Ghosts of New Eden είναι ένα εντυπωσιακό παιχνίδι που έχει την ικανότητα να ρουφάει τους παίκτες στην ιστορία του. Από τις πρώτες στιγμές του, μας χαρίζει μια συναρπαστική απόκρυφη ατμόσφαιρα του 17ου αιώνα και μέχρι τα συναρπαστικά τέλη των κεφαλαίων του παιχνιδιού, είναι πολύ δύσκολο να απομακρυνθείς από τους Banishers ανά πάσα στιγμή, ακόμη και με περιστασιακά λάθη που υπάρχουν στην όλη εμπειρία.

Παρουσιάζοντας τακτικά ενδιαφέρουσες ερωτήσεις και θέματα σχετικά με το τι κάνουμε για την αγάπη και πώς επεξεργαζόμαστε το θάνατο όσων κάποτε αγαπούσαμε ή ακόμα αγαπάμε, ο τίτλος αποδεικνύει ότι όταν ένα παιχνίδι έχει ένα όραμα και το εκτελεί καλά , μπορεί να σταθεί πάνω από τα ελαττώματά του.

Από την πρώτη κιόλας στιγμή, είναι ξεκάθαρο ότι το Banishers είναι ένας συνδυασμός πολυποίκιλων εννοιών από πολλά μέσα της gaming βιομηχανίας. Το παιχνίδι είναι ουσιαστικά μία συνάντηση του Wiitcher 3 παρέα με τον Εξορκιστή στο αφηγηματικό πλαίσιο, που διαδραματίζεται το κατά το 1695. Στο gameplay, σίγουρα θα βρείτε αρκετά κοινά με παιχνίδια όπως το God of War ή το Hellblade: Senua’s Sacrifice, καθιστώντας το μια προσιτή αλλά περιστασιακά κοντινή εμπειρία.

Χωρίς να μπούμε σε spoilers, το Banishers: Ghosts of New Eden αφηγείται την ιστορία του Red mac Raith καθώς ασχολείται με τον θάνατο της συζύγου του Antea από τα χέρια ενός φρικτού πλάσματος εν ονόματι Nightmare που τρομοκρατούσε τον οικισμό της New Eden. Και οι δύο, είναι ”Banishers”, δηλαδή η ”δουλειά τους” πριν τα τραγικά γεγονότα του χαμού της Antea, ήταν να αφανίζουν ψυχές-φαντάσματα από τον κόσμο των ανθρώπων.

Η επιρροή του ”Nightmare” (ή για την ακρίβεια της Nightmare μιας και παρουσιάζεται σε γυναικεία μορφή) στη New Eden, είχε ως αποτέλεσμα ολόκληρος ο οικισμός να υποβάλλεται σε στοιχειώματα από φαντάσματα του πρόσφατα αποθανόντος, αλλά η ιστορία έχει γενικά περισσότερα από αυτό.

Ο έρωτας του Red και της Antea, μπροστά στην τραγωδία, είναι το κύριο θέμα στο Banishers και το παιχνίδι καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να εξερευνήσει την αγάπη σε όλες τις μορφές της.

Το να γράψεις μια ιστορία αγάπης μπορεί να είναι ένα δύσκολο έργο, μιας και η κλωστή ανάμεσα στο μελόδραμα και την στιβαρή παρουσίαση ενός lovestory είναι πραγματικά πολύ λεπτή. Ωστόσο, στο Banishers η ιστορία αγάπης γράφεται με άκρως προσγειωμένο τρόπο. Ο Red και η Antea συμπεριφέρονται σαν ένα ζευγάρι του οποίου η σχέση φαίνεται ζωντανή και γεμάτη, αλλά όπως κάθε πραγματικό ζευγάρι, εξακολουθούν να ανακαλύπτουν συνεχώς πράγματα ο ένας για τον άλλον.

Ωστόσο, ορισμένες αφηγηματικές παραλείψεις σε όλο το Banishers, περιστασιακά απομακρύνουν την εμπειρία, μιας και μην ξεχνάμε πως το παιχνίδι βασίζεται στις αποφάσεις μας. Η κύρια ιστορία και οι δευτερεύουσες αποστολές του παιχνιδιού βασίζονται σε μια διακλαδωτική διαδικασία λήψης αποφάσεων, βάζοντας τον παίκτη να αποφασίσει εάν οι ζωντανοί ή οι νεκροί πρέπει να θεωρηθούν ένοχοι για οτιδήποτε συνέβη στον πρόσφατα αποθανόντα. Ο Red και ο Antea ενεργούν ως κριτής, κριτική επιτροπή και δήμιος ως μέρος της δουλειάς τους και το παιχνίδι εξηγεί ότι αυτές οι αποφάσεις θα έχουν άμεσο αντίκτυπο στο πώς εξελίσσεται και τελειώνει η κύρια ιστορία. Αλλά καταλήγει να νιώθει περισσότερο ασυνάρτητο παρά επιτακτικό στο τέλος.

Το Banishers παλεύει να δώσει κάτι εδώ, εδώ γιατί παρουσιάζει συνεχώς ιστορίες που είναι αφηγηματικά περίπλοκες και προκαλούν σκέψη, αλλά συνοψίζουν την τελική απόφαση σε μια δυαδική καλή ή κακή επιλογή, δηλώνοντας ρητά αυτό σε κάθε συγκυρία. Οι παίκτες πιθανότατα θα διαπιστώσουν ότι ποτέ δεν χρειάζεται να ανησυχούν εάν έκαναν τη σωστή επιλογή, επειδή το παιχνίδι τους καθησυχάζει ότι έκαναν την επιλογή που χρειάζονται αντί για την επιλογή που μπορεί να θεωρήσουν σωστή.

Πολλά από τα cutscenes, είναι γυρισμένα με έμφαση στη μοναδική και δυναμική κινηματογράφηση, σαφώς εμπνευσμένη από τον κινηματογράφο και την τηλεόραση, αλλά με εξαιρετική σκηνοθετική ματιά. Υπάρχει πάντα κάτι ενδιαφέρον να δούμε, καθώς ποτέ η κάμερα δεν μένει παγωμένη εκτός παιχνιδιού. Ακόμη και οι τυπικές συνομιλίες με τους NPCs τοποθετούν περιστασιακά την κάμερα με τρόπο που να τονίζει τις εκφράσεις λύπης ή θυμού με όποιον μιλάει ο Red, αντί για τις συνηθισμένες γωνίες πάνω από τον ώμο που είναι πιθανό να εξοικειωθούν οι παίκτες. To μόνο κακό που βρήκα εδώ πέρα ήταν το μέτριο lip-sync.

Το παιχνίδι όσον αφορά το Gameplay εμπνέεται σε μεγάλο βαθμό από γίγαντες της βιομηχανίας. Λίγο God of War στην μάχη σώμα με σώμα και λίγο Hellblade στις μάχες με τα σπαθιά, το παιχνίδι σίγουρα δεν σας φανεί ξένο. Ο τίτλος ακολουθεί μια ευρεία γραμμική προσέγγιση στα επίπεδά του, με όλα τα mini-bosses και puzzles να είναι εκεί, για να κρατούν τους παίκτες απασχολημένους μεταξύ των βασικών αποστολών ιστορίας.

Η μάχη βασίζεται στα συνηθισμένα heavy και light attacks, ενώ οι αμυντικές στρατηγικές περιλαμβάνουν dodging, blocking και parrying. Αν και όλα αυτά είναι ρουτίνα για ένα action παιχνίδι σε αυτό το σημείο, το Banishers δίνει στο σύστημα μάχης μια ανατροπή επιτρέποντας στους παίκτες να αλλάζουν μεταξύ Red και Antea εν κινήσει.

Σημαντικό να τονίσω πως ναι, μπορεί από άποψη gameplay να θυμίζει God of War και Hellblade, αλλά σε καμία περίπτωση δεν έχει την βαρύτητα και την στιβαρότητα στους gameplay μηχανισμούς του, όπως αυτά τα δύο παιχνίδια. Οι gameplay μηχανισμοί του είναι τίμιοι, αλλά μέχρι εκεί. Σε αρκετά σημεία, βρήκα τελείως μηχανικές τις κινήσεις σαν κάτι να τους έλλειπε, με κάποιο μαγικό τρόπο όμως συνέχιζα να το απολαμβάνω. Σίγουρα, στον τομέα της μάχης, φαίνεται η απειρία της Don’t Nod, αλλά της δίνουμε το respect μόνο και  μόνο για την προσπάθεια. Το να πας από το Life is Strange και το πιο πρόσφατο Twin Mirror, σε ένα παιχνίδι που έχει ως βάση το action-RPG στοιχείο και φυσικά την μάχη, αποτελεί σίγουρα κάτι γενναίο και παράλληλα ”challenging”.

Η Antea είναι γενικά καλύτερα εξοπλισμένη για να χειρίζεται δαιμονισμένα πτώματα, ενώ ο Red μπορεί να μπει για τον τερματισμό μόλις το πτώμα εξορκιστεί. Το Banishers κάνει το σύστημα μάχης του μια διασκεδαστική ταχυδακτυλουργική πράξη ανάμεσα στο ξεκαθάρισμα των φαντασμάτων ως Red και στην καταστροφή των δαιμονισμένων εχθρών ως Antea, ενώ παράλληλα επιλέγει τη δράση, έτσι ώστε κανένας από τους χαρακτήρες να μην παραμείνει στην μάχη για πάρα πολύ. Με ένα απλό κουμπί (το Q στο PC) μπορείτε να αλλάξετε από Antea σε Red και το αντίστροφο.

Φυσικά ο καθένας τους, έχει και το δικό του Skill tree. Καθώς κάθε δέντρο δεξιοτήτων μεγαλώνει, νέες δυνατότητες ανοίγονται για να γίνει η αλλαγή μεταξύ του Red και της Antea μια πολύ πιο συναρπαστική υπόθεση. Δυστυχώς, χρειάζεται αρκετός χρόνος εντός του παιχνιδιού, για να ανοίξει η μάχη, ώστε οι παίκτες να μπορούν πραγματικά να συνεργαστούν και με τους δύο χαρακτήρες. Στα μισά του παιχνιδιού όλα τα συστήματα του τίτλου αρχίζουν να λειτουργούν αρμονικά και σωστά, αφήνοντας ένα μεγάλο μέρος του πρώιμου παιχνιδιού σε ένα μάλλον βαρετό gameplay χτυπήματος και αποφυγής.

Αξίζει να αναφέρουμε, πως εντός του παιχνιδιού, υπάρχουν και τα σχετικά camp fires, τα οποία ξεκλειδώνετε και εκεί και μόνο εκεί, μπορείτε να σπαταλήσετε τα skill points σας, κάνοντας upgrade τα abilities των χαρακτήρων καθώς και να κάνετε fast travel, σε άλλο μέρος του χάρτη, που έχει φυσικά ανοιχτεί το αντίστοιχο camp fire.

Εκτός φυσικά των vendors που μπορούμε να βρούμε στον κόσμο του παιχνιδιού, ώστε μέσω νομισμάτων να αγοράσουμε νέες πανοπλίες ή πρώτες ύλες, υπάρχει και μία πλειονότητα διάφορων σεντουκιών τα οποία κρύβουν, όμορφο loot για όσους εξερευνήσουν τον κόσμο του Banishers. Παρόλο, που μιλάμε για μία κατά γενική ομολογία γραμμική εμπειρία, σε μεγάλο σημείο, υπάρχει χώρος για εξερεύνηση. Έπιασα πολλές φορές τον εαυτό μου να αποκλείει της κύριας πορείας, ώστε να βρω το εκάστοτε σεντούκι, το οποίο πάντα κάτι καλό είχε να μου δώσει.

Αυτό που λάτρεψα στο παιχνίδι, εκτός φυσικά της ατμόσφαιρας και το πόσο μετρημένα και σοβαρά παρουσιάζει την ιστορία των δύο ηρώων μας, είναι η μουσική του. Δίχως να κάνει επίτηδες επίκληση στο συναίσθημα, πάντα οι μουσικές νότες και τα θέματα του χτυπούσαν στο σωστό σημείο, μουσικές που μπορούν να χαρακτηριστούν από μία έντονη μελαγχολία, η οποία έρχεται και δένει με αυτό που βιώνουμε στο παιχνίδι.

Από εκεί και πέρα ο οπτικός τομέας, δεν είναι κάτι εξαιρετικό, και μην παρεξηγηθώ, μιλάμε για ένα πολύ όμορφο παιχνίδι, αλλά εν έτει 2024 σίγουρα από άποψη γραφικών, έχουμε δει πολύ καλύτερα πράγματα εκεί έξω. Όμως δεν μετράει πάντα αυτό. Για την ιστορία, να πούμε πως το Review βασίζεται στην PC έκδοση, μία άκρως δεμένη και ”well optimized” εμπειρία, στην οποία προσωπικά δεν αντιμετώπισα κανένα ζήτημα τεχνικής φύσεως.

Eν κατακλείδι, θα τολμήσω να πω, πως με το Banishers: Ghosts of New Eden, η Don’t Nod, προσφέρει το πιο ώριμο και καλύτερο παιχνίδι της μέχρι σήμερα. Μία πραγματικά πολύ καλά δουλεμένη ιστορία, χαρακτήρες με τους οποίους δένεσαι μαζί τους, μία τίμια μάχη η οποία ναι μεν έχει της αδυναμίες της, αλλά παραμένει διασκεδαστική και μία εκπληκτική μουσική επένδυση που έρχεται να δημιουργήσει ένα εξαιρετικό σύνολο. Είμαι πεπεισμένος πως το Γαλλικό studio, ήρθε για να μείνει και με το Banishers, νομίζω πως βάζει πλώρη για ακόμη μεγαλύτερα πράγματα. Ένα ακόμη παράδειγμα, πως αν υπάρχει μεράκι και όρεξη, μπορούν να γίνουν εκπληκτικά πράγματα δίχως budget με πολλά μηδενικά.

Το συστήνω ανεπιφύλακτα σε όλους σας!

Ευχαριστούμε την AVE Tech και την Focus Entertainment για την παραχώρηση του παιχνιδιού ώστε να επιτευχθεί το Review.

 

ΣΥΝΟΨΗ ΚΡΙΤΙΚΗΣ
Ιστορία
8
Gameplay
7
Ψυχαγωγία
9
Ήχος και Soundtracks
9
Γραφικά
7
Αντοχή στον Χρόνο
8
Προηγούμενο άρθροAυτοί είναι οι νικητές των D.I.C.E. Awards 2024 – Πρωταγωνιστούν Marvel’s Spider-Man 2 και Baldur’s Gate 3
Επόμενο άρθροΤόσο κόστισαν τα δωρεάν παιχνίδια τα οποία δόθηκαν δωρεάν το 2023 στο Epic Games Store!
George Nterilas
Παρών στην οικογένεια από το 2015... Σε άλλα νέα, αγαπώ Rockstar και Max Payne. Που και που παίζει και κανά FIFA. _Εditor in Chief_.
banishers-ghosts-of-new-eden-review-cyprusgamerΤο Banishers: Ghost of New Eden, είναι σίγουρα μία ευχάριστη έκπληξη! Προσφέρει μία μοναδικά δουλεμένη ιστορία, που σίγουρα οι fans των παιχνιδιών της Dont' Nod είναι κάτι που περίμεναν πάνω κάτω. Δουλεμένοι χαρακτήρες, άρτια μουσική και ένα τίμιο σύστημα μάχης, το οποίο σίγουρα έχει τα μελανά του σημεία, συνθέτουν ένα πολύ δεμένο σύνολο, όντας η πιο ώριμη δουλειά του Γαλλικού studio μέχρι και σήμερα.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.