Έχοντας μία ”βαριά” κληρονομιά πίσω της και έχοντας δημιουργήσει το διαμάντι που ακούει στο όνομα Little Nightmares και Little Nightmares II, (το τρίτο μέρος, το οποίο κυκλοφόρησε πριν λίγους μήνες ήρθε από την Supermassive Games, μιας και το franchise ανήκει στην Bandai Namco), η Tarsier Studios επιστρέφει με ένα σαφέστατο όραμα, για το πως ενδεχομένως θα ήθελε να είναι το Little Nightmares 3.
Και εδώ που τα λέμε, πριν αρχίσω να περιγράφω την εμπειρία του με το νέο έργο του Σουηδικού ταλαντούχου studio, το Reanimal, είναι το πραγματικό Little Nightmares 3.
Tα παιχνίδια Little Nightmares, πιστά στο όνομα που φέρουν, έδωσαν σίγουρα μία δόση τρόμου, αλλά κινήθηκαν κυρίως σε πιο ατμοσφαιρικά μονοπάτια με μία δόση horror. Το Reanimal, παρά τις οπτικές του ομοιότητες, είναι ένα εντελώς άλλο μονοπάτι, πολύ πιο σκοτεινό, ωμό και βίαιο. Η ατμόσφαιρά του είναι πολύ ποιο καταπιεστική και αποπνικτική, Μία ατμόσφαιρα που στηρίζεται σε πολύ μεγάλο βαθμό στον ”σπλαχνικό τρόμο” αν μπορώ να χρησιμοποιήσω αυτή την λέξη.
Παραμορφωμένοι γίγαντες σπαρταρούν ανάμεσα σε ζωή και θάνατο και παραμορφώνονται σε πλάσματα που μοιάζουν με καβούρια και σπάνε τους λαιμούς των πρωταγωνιστών, πτώματα χωρίς κόκαλα κρέμονται από δέντρα, γλιστρούν κάτω από κορμούς δέντρων και σε καταδιώκουν σαν φίδια. Γενικά όλο το στήσιμο είναι τόσο αδυσώπητα αποκρουστικό και αυτό είναι που σου προκαλεί πολλές φορές μία περίεργη ”ασφυξία”.
Όσον αφορά την πλοκή, το παιχνίδι ακολουθεί έναν αδελφό και μια αδελφή που περιπλανιούνται σε ένα εφιαλτικό νησί, που κάποτε αποκαλούσαν σπίτι τους, προσπαθώντας να σώσουν τους φίλους τους από τις διεστραμμένες, μορφές και πλάσματα που έχουν κατακλύσει το μέρος.
Ήδη από τα πρώτα δευτερόλεπτα του παιχνιδιού, αντιλαμβάνεσαι ότι εδώ επιπλέεις σε πολύ επικίνδυνα νερά. Στην κυριολεξία, μίας και το παιχνίδι ξεκινά με τον αδερφό να οδηγεί μία μια ετοιμόρροπη βάρκα μέσα σε πυκνή ομίχλη αναζητώντας την αδελφή του. Το άψυχο σώμα της βρίσκεται να επιπλέει στη θάλασσα καθώς μακρινές καμπάνες χτυπούν δυσοίωνα
στον μαύρο ωκεανό. Τραυλίζει κάποιες λέξεις ενώ την βρίσκει και την σέρνει στην βάρκα με την συνείδησή της να επιστρέφει σιγά σιγά.
Το ίδιο το σκάφος γίνεται αναπόσπαστο κομμάτι της εμπειρίας, καθώς το Reanimal παρουσιάζει έναν πολύ ευρύτερο κόσμο σε σχέση με τα Little Nightmares και εν μέρει δίνει μία πολύ μικρή βέβαια, εμπειρία open world. Λεπτές οπτικές και ηχητικές ενδείξεις σας ωθούν απαλά προς τον επόμενο στόχο, ωστόσο υπάρχουν άφθονες ευκαιρίες να περιπλανηθείτε αναζητώντας συλλεκτικά αντικείμενα, αν και είναι αναμφισβήτητα πιο πιθανό, να βρείτε κάποιο φρικτό εμπόδιο μπροστά σας που θα τερματίσει το ταξίδι σας πρόωρα.
Αυτή η διευρυμένη κλίμακα στον κόσμο του παιχνιδιού, επιτρέπει στην Tarsier να παραδώσει την απόλυτη κινηματογραφική εμπειρία. Η κάμερα κινείται δυναμικά καθώς διασχίζετε το νησί, κάνοντας zoom out, για να τονίσει την κλίμακα του κόσμου, ενώ zoom in για προσωπικές στιγμές, παρουσιάζοντας -παραδόξως- με έναν όμορφο τρόπο, τον θάνατο και την φθορά.
Η εξερεύνηση εννοείται πως είναι ζωτικής σημασίας για την πρόοδο του τίτλου. Οι κλειδωμένες πόρτες, απαιτούν κλειδιά, τα οποία μπορούν να προέλθουν και να βρεθούν με τους πιο παράδοξους τρόπους. Ένα παράδειγμα, είναι πως κληθείτε να ανοίξετε μια πόρτα, παίρνοντας από ένα σάπιο πτώμα, μία βεντούζα απόφραξης που κρατά, ώστε να αποφράξετε μία λεκάνη τουαλέτας, μέσω την οποίας θα πεταχτεί ένα περίεργο πλάσμα, σαν ένα τεράστιο φίδι, το οποίο θα ”φτύσει” το κλειδί.
Όσον αφορά το stealth και τα chases, οι παίκτες του Little Nightmares σίγουρα θα βρεθούν σε ένα οικείο περιβάλλον. Τα Puzzles, δεν είναι εξαιρετικά δύσκολα, αλλά ούτε και πολύ απλά, εκτός ενός-δύο, που σε προσωπικό επίπεδο με ζόρισαν.
Οι συγκρίσεις με το Little Nightmares είναι σαφώς αναπόφευκτες, αλλά παίζοντας το παιχνίδι, για κάποιο λόγο μου ήρθαν έντονα τα vibes από τo Silent Hill. Αυτή η εγκαταλελειμμένη πόλη σε συνδυασμό με την οπτική αφήγηση και την ηχητική παλέτα, ναι μου φέρανε έντονα την καταπιεστική ατμόσφαιρα του.
Παράλληλα, αυτό το αίσθημα ότι πάντα κάτι παραμονεύει, πέρα από αυτά που μπορείς να δεις, ενισχύει ακόμη περισσότερο νομίζω, την παραπάνω παρατήρησή μου. Ξέρετε δεν είναι ο παραδοσιακός φόβος που ορίζει αυτές τις στιγμές, αλλά ο ασφυκτικός τρόμος, το παρατεταμένο βάρος της καταστροφής που είναι ενσωματωμένο σε κάθε κτίριο, ανοιχτό βιβλίο και σπασμένη βιτρίνα.
Το Reanimal φαινομενικά, κοιτώντας το εξώφυλλό του ή τους πρωταγωνιστές του, μπορεί να φαίνεται πως είναι ένα ”παιχνίδια για παιδιά”, αλλά σε καμία περίπτωση δεν το συστήνω να το βιώσετε με ένα παιδί. Ο τίτλος, σε πολλά σημεία έχει εξαιρετικά ενοχλητικές σκηνές, που ακόμη και εμένα, με έκαναν να νοιώσω άβολα.
Η Tarsier αξίζει επίσης επαίνους για τη δημιουργία μιας εμπειρίας τρόμου που σε πολύ μεγάλο βαθμό, παρακάμπτει τα κλισέ που διέπουν το είδος. Δεν υπάρχουν τα χιλιοπαιγμένα jumpscares, οι δαιμονισμένες κούκλες, ούτε πόρτες που τρίζουν. Για την ακρίβεια το παιχνίδι, δεν έχει σχεδόν καθόλου jumpscares. Αντ’ αυτού, προσφέρει μία body horror εμπειρίας, η οποία τονίζεται κυρίως με την εμφάνιση της πανίδας, εμποτισμένη με βρετανικές φολκ νότες, αναδεικνύοντας ευαισθησίες και θραύσματα από την ψυχή ενός παιδιού.
Ως παιδιά, πάντα οι γονείς μας, μας έλεγαν ”μην πάρεις ποτέ γλυκά από αγνώστους”. Αυτό λοιπόν το σενάριο, γίνεται πραγματικότητα στο Reanimal, με τον πιο αποκρουστικό και φρικτό τρόπο.
Θα ήθελα όμως να εκφράσω και κάποια παράπονα, που σίγουρα πρέπει να αναφερθούν. Το νούμερο ένα, είναι τα ασφαλή μονοπάτια που επιλέγει η Tarsier να ακολουθήσει όσον αφορά το gameplay. Οι αναβαθμίσεις που κάνει στο gameplay αυτό καθ’ αυτό είναι μηδαμινές. Μία από αυτές τις λίγες προσθήκες, είναι οι περιστασιακές μάχες που πλέον έχει ο τίτλος, με τους ήρωες μας να εξοπλίζονται με διάφορα melee αντικείμενα. Aπό εκεί και πέρα είναι σαν να βιώνω ένα Little Nightmares.
Το δεύτερο είναι η σχέση τιμής-διάρκειας του παιχνιδιού. Ο τίτλος, έχει διάρκεια βαριά ένα εξάωρο. Σε προσωπικό επίπεδο το τερμάτισα κοντά στις 4,5-5 ώρες, ενώ αν θέλετε να κάνετε τα πάντα δεν νομίζω πως θα ξεπεράσετε τις 6,5 ώρες. Και η τιμή του στα €39,99 την οποία θεωρώ υπερβολική. Νομίζω πως στα 20€, max 30€ θα μπορούσε να δικαιολογηθεί. Και αυτό σίγουρα, για εμένα ”τρώει” έναν βαθμό από την συνολική βαθμολογία.
Επίσης, κάτι που πρέπει να αναφερθεί είναι πως το παιχνίδι μπορεί να παιχτεί μόνο του σε single-player με τον δεύτερο βασικό χαρακτήρα να σας ακολουθεί, σε τοπικό co-op ή online co-op.
Ο πρώτος τερματισμός έγινε παίζοντάς το μόνος μου, και μπορώ να πω πως ο σύντροφος-ΑΙ λειτουργεί άψογα, όντας ανταποκρινόμενος αξιόπιστα στις εντολές που του έδινα ή τα tasks που είχε να κάνει. Φυσικά, το δεύτερο playthrough θα γίνει με φίλους.
Το Review μας βασίστηκε στην PC έκδοση του τίτλου, η οποία έτρεχε απροβλημάτιστα. Ο οπτικός τομέας, ήταν για ακόμη μία φορά εκθαμβωτικός, ως είθισται σε τίτλους που προσφέρει η Tarsier και σίγουρα μπορώ, να πω, πως μιλάμε για ένα καλοδουλεμένο PC Port.
Εν κατακλείδι, το Reanimal είναι η πιο τολμηρή και ασυμβίβαστη εξέλιξη του στυλ που έχει χαράξει η Tarsier. Πολύ πιο σκοτεινό, παράξενο, αλλόκοτο, ωμό και συνάμα γεμάτο μηνύματα, ο τίτλος είναι μακράν ένα από τα καλύτερα horror παιχνίδια που έχω παίξει τα τελευταία χρόνια.
Η ανησυχία, η αμηχανία και το αίσθημα κινδύνου που μου προκάλεσε αρκούν για το χαρακτηρίσω ως μακράν το καλύτερο έργο του Σουηδικού studio. Περιμένω πως και πως το επόμενο έργο τους.
Ευχαριστούμε την Enarxis Dynamic Media για την παραχώρηση του παιχνιδιού ώστε να επιτευχθεί το Review.























