Δεν μπορώ να θυμηθώ από πότε ακριβώς… νομίζω περίπου στην ηλικία των 12-13 ετών, ίσως και πιο μικρός, το Resident Evil συνεχίζει να αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ζωής μου, έχοντας καθορίσει με ακόμη δύο τρία ”horror” franchises, την gaming υπόστασή μου. Αν με ρωτήσεις ποιο είναι το αγαπημένο είδος βιντεοπαιχνιδιών που σου αρέσει να παίζεις, θα σου πω ότι περιτριγυρίζεται από την horror σκηνή, η οποία εν έτει 2026 έχει πολλά παρακλάδια.
Αυτή λοιπόν, την Horror gaming υπόστασή μου την έχουν ορίσει τίτλοι όπως το Resident Evil 2 και Resident Evil 4, έχοντας τα ως το pick των επιλογών μου. Πηγαίνοντας, στα πιο πρόσφατα χρόνια, μπορώ με σιγουρά να επιλέξω το Resident Evil 7 το οποίο θεωρώ πως είναι μακράν ένα από τα καλύτερα παιχνίδια του franchise. Και το 7 έμελλε, να δώσει μία νέα υπόσταση, προσφέροντας μία αναζωογόνηση στο franchise, εισάγοντας την κάμερα πρώτου προσώπου και μία αυθεντική Horror εμπειρία.
Και σήμερα είμαστε εδώ να γιορτάσουμε -ναι να γιορτάσουμε- την κυκλοφορία του Resident Evil Requiem, του ένατου κατά σειρά μεγάλου παιχνιδιού, που είναι με λίγα λόγια, ένα love letter στην παιδική μας ηλικία, το οποίο παράλληλα έχει και παραλήπτη το νέο κοινό και δείχνει πιο φρέσκο όσο ποτέ.
ΙΣΤΟΡΙΑ & SETTING
Το Evil Requiem κρατάει τα χαρτιά του κλειστά τις πρώτες ώρες. Μας βάζει κατευθείαν στα ”παπούτσια” της FBI analyst, Grace Ashcroft, στην οποία έχει ανατεθεί, να διερευνήσει δολοφονίες στο ξενοδοχείο Wrenwood, το ίδιο μέρος όπου σκοτώθηκε η μητέρα της πριν από οκτώ χρόνια, Alyssa Ashcroft.
Ο τρόπος, που η Grace, μαθαίνει πως πρέπει να βγάλει εις πέρας αυτή την αποστολή, δείχνει την τάση του σεναρίου να θέλει να μας πει, πως αυτός είναι ο τρόπος ώστε να θεραπευτεί η ψυχή της από αυτή την απώλεια, κάτι το οποίο παραβαίνει τους κανόνες του FBI (πόσες ταινίες έχετε δει, οι οποίες, απευθύνονται στον Χ κεντρικό ήρωα, και λένε πως δεν θα ασχοληθείς με την τάδε υπόθεση, μιας και έχει προκύψει κάποια τραγωδία με οικείο τους πρόσωπο), αλλά όπως και να έχει το δέχεται.
Ταυτόχρονα -χρονικά- ο πράκτορας του DSO, ο εμβληματικός και αγαπημένος, Leon S. Kennedy, παρακολουθεί τον επιστήμονα της Umbrella, Victor Gideon, ο οποίος μπορεί να συνδέεται με το Outbreak στην Raccoon City πριν από τριάντα χρόνια.
Φυσικά, και οι δύο καταλήγουν στην ίδια τοποθεσία και συνεργάζονται για να επιβιώσουν.
Αυτή τη φορά, η ιστορία είναι η κινητήρια δύναμη ολόκληρης της εμπειρίας. Σας στηρίζει στα γεγονότα που εκτυλίσσονται χωρίς να σας πνίγει. Μερικοί δευτερεύοντες χαρακτήρες θα μπορούσαν να είχαν χρησιμοποιήσει περισσότερο χρόνο στην ιστορία μας, αλλά η βασική πλοκή μεταφέρεται με αυτοπεποίθηση και αυτοσυγκράτηση. Ο ρυθμός αξίζει πραγματικά επαίνους για τον τρόπο που χειρίζεται τις αποκαλύψεις του σεναρίου, και όταν μετακινείστε σε νέες περιοχές, το παιχνίδι ξέρει ακριβώς πώς να προσφέρει όλο αυτό το ”fan servive”, μέσω διάφορων plot gaps και τοποθεσίες που σίγουρα έχετε επισκεφτεί ξανά.
Εκτίμησα δεόντως, παρεμπιπτόντως, τα προαιρετικά cutscenes της ιστορίας που ενεργοποιήθηκαν μέσω της εξερεύνησης. Δίνει την αίσθηση μίας όμορφης ανταμοιβής, έπειτα από ψάξιμο σε κάθε γωνία του εκάστοτε χώρου. Ορισμένες περιοχές αλλάζουν ακόμη και ανάλογα με το αν έχετε πρόσβαση σε αυτές ως Leon ή Grace. Ισχυροί εχθροί περιφέρονται σε συγκεκριμένες ενότητες και τα αντικείμενα που ρίχνουν μπορούν να ξεκλειδώσουν νέες περιοχές ή να δώσουν κέρματα. Προσθέτει ένα διακριτικό επίπεδο επανάληψης που δεν περίμενα.
Ωστόσο, το παιχνίδι προχωρά, ορισμένες από τις ιδέες του αρκετά γρήγορα. Στην πρώτη περιοχή, για παράδειγμα, η Grace συλλέγει κέρματα για να αποκτήσει βασικά αντικείμενα. Στη συνέχεια, ο μηχανισμός εξαφανίζεται. Μπορεί ακόμη και να ολοκληρώσετε αυτήν την ενότητα του κεφαλαίου, με επιπλέον κέρματα που έχουν περισσέψει. Τμηματοποιεί το παιχνίδι με έναν αισθητό τρόπο. Αλλά όταν σκέφτομαι το Resident Evil 2 και πόσο δραστικά διαφέρουν οι τελικές περιοχές του από την αρχή του, ίσως αυτή η δομή να είναι σκόπιμη.
GRACE & LEON
Ξεκινώντας να πούμε πως το παιχνίδι δεν σας αφήνει να επιλέξετε χαρακτήρα. Η ίδια η ιστορία υπαγορεύει ποιον ελέγχετε και ο καθένας παίζει πολύ διαφορετικά. Η Grace είναι ουσιαστικά ο Ethan Winters του Requiem αν μπορώ να το θέσω έτσι. Είναι προσεκτική και κινείται πιο ”στρατηγικά”. Το παιχνίδι σας ωθεί με τον τρόπο του να επιλέξετε να παίξετε σε first-person, αλλά ειλικρινά προτιμούσα το τρίτο πρόσωπο. Ναι, μέσω του μενού του παιχνιδιού μπορείτε να ρυθμίσετε αν θα παίζετε είτε se first person είτε σε third person προοπτική, τόσο με τον Leon όσο και με την Grace.
Ορισμένες, μεταγενέστερες περιοχές, φαίνονται τεχνητά παρατεταμένες λόγω περιορισμένης ορατότητας. Ωστόσο, αν κυνηγάτε ένταση και καθαρό φόβο, το πρώτο πρόσωπο τα καταφέρνει απόλυτα.
Kαι αυτό μεταφράζεται και στο gameplay αυτό καθ’ αυτό. Η Grace ξεκινάει με ένα απλό πιστόλι που της δίνει ο Leon και τα πυρομαχικά είναι ελάχιστα. Επίσης μπορεί και κατασκευάζει ένα shiv το οποίο σπάει μετά από χρήση καθώς και ένα ειδικό φίλτρο, μέσω του οποίου μπορεί σε stealth mode (κυρίως) με το πάτημα ενός κουμπιού, και πλησιάζοντας τον εχθρό, να τον κάνει στην κυριολεξία ”κιμά”.
Υ.Γ: Mία πολύ όμορφη λεπτομέρεια, που συναντούμε, είναι πως η Grace, κάθε φορά που σημαδεύει ή κρατά το όπλο, βλέπουμε να τρέμει το χέρι της, δείγμα της ”απειρίας της” και της πιο horror εμπειρίας που θέλει να προσδώσει η Capcom στο δικό της gameplay. Εκτιμώ αφάνταστα αυτές τις μικρές λεπτομέρειες στα παιχνίδια!
Ο Leon, από την άλλη πλευρά, μπαίνει μέσα και αρπάζει αμέσως ένα αλυσοπρίονο για να σακατέψει ότι βρει μπροστά του, πιο ώριμος όσο ποτέ, τόσο στην μάχη όσο και στην ηλικία προφανώς, μιας και μιλάμε για έναν 40+ σε ηλικία Leon. Αυτό θα πρέπει να σας λέει τα πάντα. Το σύνολο των δεξιοτήτων του λάμπει σε όλη τη διάρκεια και το παιχνίδι δοκιμάζει την ικανότητά σας να διαχειρίζεστε όλη αυτή την ποικιλία και να χρησιμοποιείτε τα εργαλεία του αποτελεσματικά. Από τις πρώτες στιγμές θα δείτε να χρησιμοποιεί μέχρι και τσεκούρι, το οποίο πρέπει και μπορεί να ακονίζει ώστε να γίνει πάλι αιχμηρό για να συνεχίσει την εκκαθάριση. Φυσικά ο Leon έχει και την ικανότητα των melee επιθέσεων, Α.Κ.Α Resident Evil 4.
Παρόλο που τα τμήματα του Leon καταλαμβάνουν περισσότερο χρόνο εκτέλεσης, δεν το είδα ως ελάττωμα στην αρχή. Μπορώ να καταλάβω γιατί ορισμένοι παίκτες μπορεί να θέλουν περισσότερο χρόνο με την Grace. Μετά από ένα δεύτερο playthrough, όμως, είναι σαφές ότι η ισορροπία έχει επιτευχθεί. Η Grace απλώς κινείται πιο αργά σε διαφορετικά περιβάλλοντα, γεγονός που κάνει τα κεφάλαιά της να φαίνονται μικρότερα. Προσωπικά, προτιμούσα να παίζω ως Grace. Η διαχείριση αντικειμένων, το μέτρημα σφαιρών και η συνεχής αίσθηση ότι ένα λάθος απέχει από την καταστροφή, αποτυπώνουν τον τρόμο επιβίωσης στην καλύτερη εκδοχή του.
Το Classic Mode (αν επιλέξετε να παίξετε με αυτό), παίζει και αυτό τον ρόλο του στην δυναμική του τίτλου. Στην αρχή, μπορείτε να επιλέξετε το Standard Modern Μode ή το Standard Classic Mode, το οποία απαιτεί Ink Ribbons για να αποθηκευτεί το παιχνίδι. Προφανώς και επέλεξα το Classic Mode.
Τότε συνειδητοποίησα ότι τα τμήματα του Leon εξακολουθούν να αποθηκεύονται αυτόματα. Αυτό αφαιρεί μέρος της έντασης, δυστυχώς. Διαπίστωσα ότι έπαιρνα μεγαλύτερα ρίσκα και κατανάλωνα πιο εύκολα τα πυρομαχικά μου. Φαίνεται σκόπιμο να αντικατοπτρίζει την ικανότητα του Leon, αλλά ως παίκτης, δεν ένιωθα πάντα ότι με προκαλούσαν.
Φυσικά υπάρχει και τo Casual mode, το οποίο προσωπικά δεν δοκίμασα το οποίο προφανώς δίνει έμφαση περισσότερο στο να χαρείτε την ιστορία λύνοντας τους γρίφους που υπάρχουν.
CRAFTING
Η Grace εξοπλίζεται επιπλέον μηχανισμούς που εμβαθύνουν το στυλ παιχνιδιού της.
Συλλέγει εγκεφαλικό ιστό για να κατασκευάσει πυρομαχικά και προμήθειες. Με λίγα λόγια όσο περισσότερο εμπλέκεται σε μάχες με ζόμπι τόσο περισσότερο ”αίμα” μπορεί να συλλέξει και να κάνει την ζωή της πιο εύκολη.
Η εξερεύνηση και τα παράπλευρα puzzles μπορούν να την ανταμείψουν με σπάνια υλικά που ενισχύουν την υγεία ή την επίθεση. Το σύστημα crafting είναι απλό, αλλά παράλληλα πανέξυπνο και ταιριάζει φυσικά στην παραδοσιακή ροή μενού της σειράς. Εφόσον διαχειρίζεστε τον χώρο προσεκτικά, συνήθως υπάρχει κάτι που μπορείτε να κατασκευάσετε για να ξεφύγετε από μια δύσκολη κατάσταση. Και εδώ το inventory ακολουθεί την λογική των προηγούμενων παιχνιδιών.
Ο Leon, αναβαθμίζει επίσης όπλα, αλλά το σύστημά του στρέφεται έντονα στην arcade. Οι σκοτωμοί μετατρέπονται σε χρήματα για αναβαθμίσεις. Είναι απλό, ίσως υπερβολικά απλό. Στη δεύτερη επίσκεψή μου στο κατάστημα, αναβάθμισα πλήρως δύο όπλα. Το οπλοστάσιο είναι μέτριο, αλλά όλα εξυπηρετούν τον σκοπό τους αποτελεσματικά.
Αξίζει να αναφέρουμε, πως στο Requiem δεν υπάρχει αυτός ο εμβληματικός συνήθως αλλόκοτος πωλητής, από τον οποίο μπορείτε να αγοράσετε όπλα αναβαθμίσεις. Εδώ υπάρχει ένα σύστημα με πόντους, το οποίο προκύπτει από την εξολόθρευση του εκάστοτε εχθρού. Έπειτα αυτοί οι πόντοι, δίνονται για αγορές. Άρα το κίνητρο για να σκοτώνετε εχθρούς είναι ακόμη μεγαλύτερο!
ΜΑΧΗ ΚΑΙ ΕΧΘΡΟΙ
Η μάχη είναι εξαιρετική. Τα zombies, αντιδρούν πειστικά σε συγκεκριμένες βολές. Τα άκρα τους πετάγονται δεξιά και αριστερά, και γενικά υπάρχει μία άκρως ενδιαφέρουσα προσέγγιση στην κινησιολογία των εχθρών πριν και μετά την εξολόθρευση τους. Το παιχνίδι υπερέχει στο να δημιουργεί την αίσθηση ότι κάτι σε παρακολουθεί συνεχώς. Αυτή η ένταση συνδυάζεται τέλεια με τη διαχείριση αντικειμένων. Αυτή η ένταση συνδυάζεται τέλεια με τη διαχείριση αντικειμένων.
Ακόμη μία έξτρα πινελιά, είναι η πιο ”ανθρώπινη” φύση των zombies, αν μπορεί να μου επιτραπεί αυτή η έκφραση. Θα δούμε, για παράδειγμα, μία καθαρίστρια να εκτελεί τα καθήκοντα που εκτελούσε πριν μολυνθεί, όντας μέσα σε μία τουαλέτα και καθαρίζοντας τα τζάμια ή έναν σεφ να εκτελεί με ευλάβεια όλα τα βήματα ώστε να κόψει κρέας. Λάτρεψα αυτές τις λεπτομέρειες.
Δεν μπορώ να ξεχάσω τις σφαίρες που σπατάλησα για να σιγουρέψω πως όντως του σκότωσα ήδη πεσμένους εχθρούς, ή το πόσο αγχωμένος ένιωθα στους στενούς διαδρόμους, αντιμετωπίζοντας εχθρούς και ξεχνούσα συχνά να γεμίσω το όπλο μου. Η Capcom καταλαβαίνει ξεκάθαρα πώς να σκηνοθετεί μάχες για να μεγιστοποιήσει την ατμόσφαιρα.
Οι εχθροί που έρχονται αργότερα μεταλλάσσονται και δυναμώνουν με απρόβλεπτους τρόπους. Συνδυάστε το αυτό με αρκετές συναντήσεις που θα έχετε με bosses και ”βουαλά”, έχετε με ένα μαγικό τρόπο, ένα σταθερό υπόγειο ρεύμα αβεβαιότητας με το πόσο, εν τέλει είστε προετοιμασμένοι!
ΟΠΤΙΚΟΣ ΤΟΜΕΑΣ & ΗΧΟΣ
Οπτικά είναι το πιο όμορφο Resident Evil παιχνίδι, δίχως δεύτερη κουβέντα. Η RE Engine, είναι πραγματικά εκπληκτικό το τι μπορεί να προσφέρει. Τα περιβάλλοντα είναι πυκνά και διαδραστικά. Μυστικά κρύβονται σε γωνίες. Μυστικά που κρύβονται καλά και εξυπηρετούν με πανέμορφο τρόπο το fan service, από μεριάς Capcom, για τους παλιούς θαυμαστές.
Δοκιμάσαμε το παιχνίδι στην PC μορφή του, έχοντας ”On” όλες τις τεχνολογίες αιχμής στο full, όπως πχ το path tracing, και το αποτέλεσμα είναι αξιοθαύμαστο. Επί προσθέτως, μιλάμε και για γενικά, ένα τεχνικά σχεδόν τέλειο αποτέλεσμα, δίχως ανόητα bugs ή glitces. Και σε αυτόν τον τομέα ο τίτλος, παίρνει άριστα.
Λάτρεψα επίσης, την πλειονότητα των cutscenes και της σκηνοθεσίας των πλάνων. Μπορώ να πω ξεκάθαρα πως είναι το πιο ”κινηματογραφικό” RE που είχαμε μέχρι σήμερα.
Το cast, των φωνών κουβαλάει όμορφα το συναισθηματικό βάρος. Η Angela Sant’Albano προσφέρει μια καθοριστική ερμηνεία ως Grace, στηρίζοντας την ευαλωτότητα και την αποφασιστικότητά της. Ο Nick Apostolides συνεχίζει να κατέχει το μείγμα ικανότητας και εύκολων ατάκων του Leon. Η χημεία του Victor Gideon στην οθόνη με την Grace είναι βαθιά άβολη με έναν τρόπο που λειτουργεί. Συνολικά, το cast αναδεικνύει μια ιστορία που ήταν ήδη δυνατή στα χαρτιά.
Εν κατακλείδι,
Το Resident Evil Requiem, μερικές φορές σε σημεία ”σκοντάφτει” με κάποιες ιδέες να ξεθωριάζουν πολύ γρήγορα, και μερικά συστήματα θα μπορούσαν να είχαν προχωρήσει παραπέρα, αλλά παράλληλα αυτή η εμπειρία που έζησα δεν μπορεί να ξεθωριάσει από το μυαλό μου. Απόλαυσα πραγματικά την αντίθεση μεταξύ της Grace να μπαίνει σε έναν εφιάλτη που δεν έχει ξαναζήσει ούτε πίστευε πως θα ζήσει και από την άλλη τον ώριμο Leon, ο οποίος ουκ ολίγες φορές έχει επιβιώσει από την ίδια την κόλαση και ότι συναντά του φαίνεται ”ακόμη μία μέρα στην δουλειά”.
Σίγουρα δεν είναι το απόλυτο Resident Evil και ακόμη μετά από τόσα χρόνια δεν ξέρω ποιο μπορεί να πάρει αυτό τον τίτλο, αλλά έχει τόσα πολλά πλεονεκτήματα όσον αφορά την εξαιρετική δράση και τα συστήματα που προσφέρει. Ο τίτλος δείχνει την αυτογνωσία που έχει η Capcom σαν εταιρία και κατανοεί τι πρέπει να προσφέρει. Δεν διαλέγει πλευρά και προσφέρει με χειρουργική ακρίβεια, ένα παιχνίδι τόσο για τους φανατικούς οπαδούς της ”horror” εποχής του franchise όσο και για τους λάτρεις της action εποχής, δίχως να υπερφλυαρεί σε κανένα από τα δύο σκηνικά.
Όταν τελείωσα, δεν ένιωθα ότι είχα τελειώσει. Ένιωθα ότι ήθελα να ξεκινήσω από την αρχή, να προσεγγίζω τις μάχες με τα zombies διαφορετικά, να διαχειρίζομαι καλύτερα τα αντικείμενα και να βλέπω τι μου λείπει, τι μου χρειάζεται εν τέλει κλπ.
Παίζοντας τόσα χρόνια το franchise, για μένα εν τέλει, σημασία έχει αυτή η επιθυμία του να μην θέλω να σταματήσω να παίζω και η οικεία έλξη που είχα. Αυτή η ένταση, η δυσφορία και εξοικείωση που είχα μέσα στα χρόνια με το franchise συνέχισε και εδώ και γιγαντώθηκε ακόμη περισσότερο με το Requiem. Και αυτό είναι το όλο ζουμί της υπόθεσης θεωρώ.
Και τώρα, απλά περιμένω να δω τι θα φέρει το μέλλον…
Ευχαριστούμε την CD Media, για την παραχώρηση του παιχνιδιού ώστε να επιτευχθεί το Review.
ΤΟ RESIDENT EVIL REQUIEM, ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ ΣΤΙΣ 27 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ ΓΙΑ PLAYSTATION 5, XBOX SERIES X/S ΚΑΙ PC.



































