Dying Light: The Beast | Review

236

Kyle Crane, ένα όνομα που αγαπήθηκε, μία ιστορία. Εκεί, κάπου στο 2015, όταν για πρώτη φορά το Πολωνικό studio, εν ονόματι Techland, μας σύστησε τον post-apocalyptic κόσμο του Dying Light, σε ένα παιχνίδι που αγαπήθηκε πολύ. Μπορεί όχι αμέσως, αλλά η υστεροφημία του κρατά καλά, μέχρι και σήμερα.

Έπειτα και την κυκλοφορία του Dying Light 2, το 2022, προσωπικά δεν πίστευα, πως θα έβλεπα τόσο σύντομα το επόμενο παιχνίδι, και δε με τον πρώτο πρωταγωνιστή της σειράς. Το Dying Light: The Beast, είναι όμως γεγονός, και παρόλο που ξεκίνησε ως ένα μικρό Project, ένα DLC για το Dying Light 2, στην πορεία της ανάπτυξής του μεγάλωσε, τόσο που κατάφερε να σταθεί ως μία standalone κυκλοφορία. Μπορεί η Techland, να μην έχει καταστήσει σαφές, ότι πρόκειται για την επόμενη μεγάλη Dying Light κυκλοφορία, αλλά αυτό είναι.

Είναι ένα παιχνίδι, το οποίο έχει διάρκεια ενός μεγάλου τίτλου, το οποίο μπορεί να φτάσει ακόμη και τις 40 ώρες, για κάποιον που θέλει να κάνει τα πάντα!

Δεκατρία χρόνια έχουν περάσει, και ο Kyle Crane, είναι παγιδευμένος σε ένα εργαστήριο, όντας στην ουσία ένα πειραματόζωο, το οποίο χρησιμοποιείται από την GRE, και έναν μυστηριώδη villain, που φέρει το όνομα ”The Baron” (ο βαρόνος). Αφού υποβλήθηκε σε τόσα χρόνια βασανιστηρίων και πειραματισμών από τον Βαρόνο, ο Crane, ο οποίος τώρα έχει ένα μείγμα DNA από ζόμπι και άνθρωπο, δραπετεύει από την αιχμαλωσία και ορκίζεται εκδίκηση στον Βαρόνο, ενώ παράλληλα πρέπει να πολεμήσει το θηρίο που κρύβει μέσα του.

Οι προβληματισμοί μου με το Dying Light 2, ήταν αρκετοί, κυρίως σε τομείς που αφορούσαν το παρκούρ αλλά και τη μάχη σε σημεία. Ευτυχώς, το Dying Light: The Beast πορεύεται εξ’ αρχής στο σωστό δρόμο. Όχι μόνο διορθώνεται το πρόβλημα του παρκούρ (το οποίο είναι ακραία άμεσο και πιο απολαυστικό όσο ποτέ άλλοτε) αλλά είναι και ένα παιχνίδι συνολικά καλύτερα παρουσιασμένο, απλοποιημένο σε σύγκριση με το προηγούμενο, χωρίς να αφαιρεί τίποτα από το παιχνίδι. Σίγουρα έχει τα προβλήματά του, αλλά η σειρά αρχίζει επιτέλους να αναδεικνύει τον εαυτό της.

Τo Τhe Beast, είναι μία μείξη του πρώτου παιχνιδιού με κάποια σημεία κλειδιά του δεύτερου. Το νέο αλπικό σκηνικό του Castor Woods μοιάζει με μια προσπάθεια να βιώσει ο παίκτης τις μνήμες του Harran, και το κόλπο λειτουργεί σε μεγάλο βαθμό. Είναι μια πολύ πιο εντυπωσιακή τοποθεσία σε σχέση με το Dying Light 2, όπου είχαμε μία πολύ generic πόλη.

Μέσα στο Castor Woods, θα δούμε διάφορα γραφικά χωριά, φανταχτερούς πύργους και φυσικά περιβάλλοντα δίνοντας μία πολύ γραφική ατμόσφαιρα στο παιχνίδι, αλλά παράλληλα αντιπαραβάλει αυτό το όμορφο σκηνικό, μιας και προσθέτει την μαυρίλα και τον τρόμο, που προσφέρουν τα ζόμπι. Και μιας ανέφερα ζόμπι, στο The Beast έχουμε πάνω από 170 διαφορετικά ήδη αυτών. Η ποικιλία είναι τόσο μεγάλη, που ευτυχώς, δεν έχουμε επαναληψιμότητα.

Το γεγονός ότι είναι περισσότερο αυτόνομο, παρά πλήρες sequel, σημαίνει ότι το Crane έχει ήδη ξεκλειδώσει αρκετές ικανότητες, επομένως μπορείτε να κάνετε πράγματα όπως τρέξιμο σε τοίχο ή αναπήδηση από περβάζια από την αρχή. Θα έχετε πρόσβαση σε όπλα, σημαντικά νωρίτερα και πιο συχνά από τις προηγούμενες φορές, μιας και προφανώς ο ήρωάς μας, δεν είναι πρωτάρης.

Το δέντρο δεξιοτήτων του Kyle, μπορεί να προσφέρει διάφορες ικανότητες, όπως για παράδειγμα την απόκτηση φλογοβόλου, νέους τύπους χειροβομβίδων και ακόμη περισσότερα.

Τα πράγματα ξεκλειδώνουν αρκετά εύκολα, και καθώς το οπλοστάσιο και τα abilities έρχονται, το χάος του παιχνιδιού μεγαλώνει όλο και περισσότερο!

Ναι, κατά κύριο λόγο θα πολεμάτε με τον παραδοσιακό τρόπο, μέσω μίας σειράς από melee weapons. Συχνά αυτά θα χρειάζονται επισκευή (όσο τα χρησιμοποιείτε, ενώ κάθε όπλο μπορεί να φτιαχτεί μέχρι τέσσερις φορές). Και ναι, επιτέλους η επισκευή όπλων δεν απαιτεί τόσο προσπάθεια όσο στο παρελθόν. Οι απαιτήσεις για κατασκευή όπλων, απαιτεί σχεδόν πάντα καλώδια, ένας κοινός για το παιχνίδι πόρος που δεν θα δυσκολευτείτε να βρείτε, όμως επειδή παράλληλα καταναλώνεται εύκολα και γρήγορα, θα πρέπει να τον ψάχνεται και να τον έχετε σε μεγάλο stock στο Inventory σας.

Εκτός από διάφορα κτίρια, που μπορείτε να βρείτε πόρους, υπάρχουν και τα Dark Zones, μέρη με υψηλό loot, τα οποία όμως είναι ”πνιγμένα” από zombies.

Αυτό που συνέχισε να με χαλάει κάπως, είναι η εμμονή της Techland, με το stamina meter, το οποίο εξακολουθεί να αποτελεί σημαντικό μέρος της μάχης και πραγματικά δεν προσθέτει τίποτα. Το Dying Light αρχίζει πραγματικά να είναι ενδιαφέρον και όμορφο, όταν τραβάτε ζόμπι με σχοινιά, αποκεφαλίζεται εχθρούς με τσεκούρια, και κάνετε ξεκαρδιστικά dropkicks, όχι όταν προσπαθείτε να φτιάξετε μία, τακτική μάχη. Ποτέ δεν ήταν survival παιχνίδι, όσο και αν ενδεχομένως η Techland ήθελε να είναι. Το DNA του είναι πέρα για πέρα action.

Θεωρώ ανούσιο, στο Dying Light, να υπάρχει σύστημα αντοχής, ειδικά όταν οι εχθροί, άνθρωποι και ζόμπι, μπορούν να κάνουν ότι θέλουν, για όσο χρόνο θέλουν. Δεν βλέπω τη διασκέδαση στο να μην μπορείς να πολεμήσεις ή να αποφύγεις σωστά επιθέσεις όταν μια ομάδα κοινών ληστών μπορεί να σκύβει και να περιπλανιέται γύρω από την επίθεσή σου λες και είναι ήρωες της Marvel.

Όταν δεν έχεις να αντιμετωπίσεις προβλήματα αντοχής, ληστές πιο γρήγορους και από τον Flash ή ζόμπι που πετάγονται από το πουθενά και πετάνε από τον ουρανό και προσγειώνονται πάνω σου δίχως να μπορείς να τα αποφύγεις, το παιχνίδι είναι πραγματικά διασκεδαστικό. Το θέμα με τη σειρά Dying Light είναι ότι έχει πραγματικά καλά θεμελιώδη συστήματα, τα οποία η Techland υπονομεύει με ένα σωρό εμπόδια.

Η σειρά δεν μπόρεσε ποτέ να καταλάβει αν πρόκειται για μια σκληρή εμπειρία επιβίωσης ή κινείται στο action arcade είδος, και το να βάζεις τέτοια συστήματα απλά δεν λειτουργεί. Θα έπρεπε πραγματικά να επικεντρωθούν στα arcade πράγματα, αφού το gameplay είναι καλύτερα δομημένο στα arcade μονοπάτια και όχι στο survival του πράγματος.

Να πούμε, πως εκτός των melee όπλων, μπορούμε να κάνουμε χρήση και από πυροβόλα όπλα (assault rifles, smgs κλπ). Τα οχήματα αποτελούν πλέον μέρος του παιχνιδιού. Μπορείτε να έχετε πρόσβαση μόνο σε SUV, τα οποία χρειάζονται καύσιμα και δεν μπορούν να διασχίσουν αρκετά μέτρα μέσα στον κόσμο του παιχνιδιού, τόσο ώστε να αντικαταστήσουν το τρέξιμο, αλλά είναι μια ευπρόσδεκτη προσθήκη.

Ο χειρισμός τους είναι ευχάριστα ομαλός και είναι διασκεδαστικό να χτυπάς εχθρούς, ενώ είναι πραγματικά ωραίο όταν ένα ζόμπι ανεβαίνει στο καπό και αρχίζει να χτυπάει θυμωμένα το παρμπρίζ με το κεφάλι. Να πούμε, πως δεν υπάρχει fast travel, οπότε το όχημα βοηθάει στην μετακίνησή σας.

Τεράστια αναβάθμιση, έχουμε και στο αισθητικό-οπτικό κομμάτι, που αφορά, το πως αποτυπώνεται η ζημιά από χτυπήματα, πάνω στα σώματα των zombies. Είναι πραγματικά εντυπωσιακό με τον δικό του φρικιαστικό τρόπο, το πως σιγά σιγά, αποδομούνται μέρη του σώματος, καθώς επιτίθεστε σε ένα ζόμπι. Και αυτό αλλάζει ανάλογα το όπλο που χρησιμοποιείτε.

Το The Beast επιστρέφει επίσης σε μια πιο προσγειωμένη εμφάνιση μετά την ελαφρώς υπερβολική καλλιτεχνική κατεύθυνση του Dying Light 2. Τα εφέ των όπλων δεν είναι πλέον τόσο αισθητικά ακραία, κάτι που είναι σίγουρα καλό όταν πρόκειται για mods πάνω σε όπλα – το να έχεις το φλογερό σου τσεκούρι έντονα αναμμένο και να σφυρίζει δυνατά κάθε φορά που το τραβάς ήταν μια τεράστια απόσπαση της προσοχής. Μου λείπει όμως η μεγαλοπρέπεια όταν ένα εφέ ενεργοποιείται πάνω σε έναν εχθρό.

Εκτός του skill tree, στο οποίο μπορούμε να αναβαθμίσουμε διάφορα πράγματα, αλλά και να αποκτήσουμε ακόμη περισσότερα, υπάρχει μία ακόμη διακλάδωση στο δέντρο αυτό, που αφορά το Beast Mode. Το Beast Mode, φορτίζεται κατά τη διάρκεια της μάχης και ενεργοποιείται αυτόματα για να δώσει στον ήρωά μας, βελτιωμένη ταχύτητα και τη δύναμη διαλύοντας και στην κυριολεξία, διαμελίζοντας σαν χαρτί, ότι εμπόδιο βρει μπροστά του. Από απλά, αδύναμα zombies, μέχρι και πιο ισχυρά (συμπεριλαμβανομένων και τον chimeras).

Για να αποκτήσετε beast points, θα πρέπει να εξουδετερώσετε κάποια τέρατα-bosses, τα οποία φέρουν το όνομα ”Chimera”. Ακόμη μία όμορφη προσθήκη, το εν λόγω Mode, το οποίο προσφέρει ποικιλία στο gameplay. Πρόκειται στην ουσία, για τεράστια τέρατα, τα οποία λειτουργούν ως bosses στο παιχνίδι.

Σε αντίθεση με τα προηγούμενα παιχνίδια, δίνεται λιγότερη έμφαση στη διαφορά μεταξύ ημέρας και νύχτας. Μία ειδοποιός διαφορά όμως, είναι, το πως αποτυπώνεται το σκοτάδι στο Beast, σε σχέση για παράδειγμα το Dying Light 2. Στο Beast, ο φακός είναι απλά απαραίτητος ώστε να δείτε στο σκοτάδι. Μιλάμε για πίσσα, που δίχως φακό, απλά θα βλέπετε μία μαύρη οθόνη. Από την άλλη, συνεχίζουμε να έχουμε τα θανατηφόρα ζόμπι που βγαίνουν το βράδυ, εν ονόματι ”Volatile”. Πράγμα το οποίο, έρχεται να ενισχύσει το stealth κομμάτι, σε περίπτωση που θέλετε να περιηγηθείτε το βράδυ. Προσοχή εδώ, το παρκούρ και το τρέξιμο θα σας σώσει από αυτούς. Αν προσπαθήσετε να τα βάλετε μαζί τους θα καταλήξετε νεκροί.

Υ.Γ: Μπορείτε να τους εξολοθρεύσετε μόνο σε Beast Mode!

Φυσικά, η περιήγηση το βράδυ, μπορεί να είναι πιο επικίνδυνη, αλλά φέρνει και διπλά XP, εκπληρώνοντας αποστολές ή απλά σκοτώνοντας αντιπάλους.

Μία μεγάλη αλλαγή που έρχεται, και νομίζω πως μου λείπει, σε σχέση με το DL2, είναι η ατμόσφαιρα της κοινωνίας και των διαπροσωπικών σχέσεων που μπορούσαν να δημιουργηθούν. Οι φατρίες που υπήρχαν, οι συμμαχίες που μπορούσες να φτιάξεις και το αίσθημα ότι δεν είσαι μόνος εκεί έξω, ”χτυπάει” αλλιώς. Μου έλλειψε για παράδειγμα, να ακούω random ιστορίες από επιζώντες και αναμμένες φωτιές με ανθρώπους να πίνουν και να παίζουν κιθάρα.

Εδώ, έχουμε την απόλυτη μοναξιά, με τον Kyle Crane, να είναι αυτός και ο εαυτός του. Έχει την ομορφιά του και αυτό, δεν μπορώ να πω…

Ο οπτικός τομέας δεν εντυπωσιάζει σε όλες τις πτυχές του. Έχει απίστευτους φωτισμούς και σκιές ανά περιόδους ανάλογα το περιβάλλον που βρίσκεσαι, αλλά γενικά μιλάμε για ένα απλά όμορφο παιχνίδι. Σίγουρα, όμως εντυπωσιάζει, σε τομείς όπως, το art direction, το αλπικό τοπίο που παρουσιάζει και την λεπτομέρεια σε όλα τα μοντέλα των zombies.

Από τεχνική απόψεως, είναι σχεδόν αψεγάδιαστο. Η PC έκδοση, στην οποία βασίζεται το Review, έτρεχε νεράκι και μιλάμε συνολικά για ένα πολύ καλό Port! Aυτό που επίσης, μου άρεσε πολύ είναι το πόσο προσεγμένη ήταν η μουσική, με έντονα vibes από 28 Days Later.

Εν κατακλείδι,

Το Dying Light: The Beast, είναι μακράν το πιο δεμένο παιχνίδι που έχει να προσφέρει το franchise. Παίρνει το ύφος του πρώτου παιχνιδιού, τα καλά στοιχεία του δεύτερου, όσον αφορά το gameplay και τα ”βάζει στο μπλέντερ” δίνοντας ένα πολύ όμορφο αποτέλεσμα. Ακόμη δεν μπορώ να χωνέψω την τάση της Techland, να νομίζει πως παρουσιάζει έναν survival τίτλο, ενώ μιλάμε για έναν καθαρόαιμα και όχι απλά καλό αλλά εξαιρετικό action τίτλο!

Δεν καινοτομεί, αλλά ότι κάνει το κάνει άριστα και σίγουρα οι fans του είδους θα το απολαύσουν όσο δεν πάει.

Ευχαριστούμε την Techland, για την παραχώρηση του παιχνιδιού ώστε να επιτευχθεί το Review.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.